εὐεπιπόλαστος

εὐεπι-πόλαστος, ον,
A tending to return or be vomited, Sor.1.109.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ευεπιπόλαστος — εὐεπιπόλαστος, ον (Α) (για τροφή) αυτός που εύκολα ξαναγυρίζει στον οισοφάγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + επι πολάζω «βρίσκομαι στην επιφάνεια»] …   Dictionary of Greek

  • εὐεπιπόλαστον — εὐεπιπόλαστος tending to return masc/fem acc sg εὐεπιπόλαστος tending to return neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.